Μπάσκετ

Εξαιρετικό αφιέρωμα για το μπάσκετ του Ηρακλή(vid)

Αν μια ομάδα απειλεί τον Ιωνικό Νικαίας στην Α2 είναι ο Ηρακλής. Με 17 νίκες και μόλις 3 ήττες στα πρώτα 20 παιχνίδια του πρωταθλήματος ο «γηραιός» θα κυνηγήσει ν’ ανατρέψει τα προγνωστικά και να κόψει πρώτος το νήμα παίρνοντας την απευθείας άνοδο στη μεγάλη κατηγορία.

Ειδάλλως θα μπει στη διαδικασία των πλέι οφ, ως το φαβορί ν’ ακολουθήσει τον πρωταθλητή επιστρέφοντας μεταξύ των κορυφαίων ύστερα από 8 χρόνια και δύο ντουζίνες (1994-95) ύστερα απ’ όσα μεγάλα είχε πετύχει το καμάρι του Ιβανωφείου σε διάρκεια λίγων μηνών.

Τότε που ο Γουόλτερ Μπέρι, ο Γιούρι Ζντοβτς και ο Λευτέρης Κακιούσης καθοδηγούνταν από τον Λευτέρη Σούμποτιτς.
***

Την υπέρβαση και το θρίαμβο από τη μετριότητα από την αποτυχία χωρίζει μια λεπτή κόκκινη γραμμή. Μια λεπτή γραμμή που ο μπασκετικός Ηρακλής της σεζόν 1994-95 δεν κατόρθωσε, συγκυριακά, να διαβεί προκειμένου να ανταμειφθεί για ό,τι δικαιωματικά άξιζε με βάση την πορεία που χάραξε από τον Οκτώβρη ως τον Μάιο.

Η ομάδα που νίκησε 12 από τους 13 αντιπάλους που πάτησαν το πόδι τους στο Ιβανώφειο και τερμάτισε τρίτη στο ελληνικό πρωτάθλημα, η ομάδα που άγγιξε έναν ευρωπαϊκό τελικό θα μνημονεύεται ως η κορυφαία των «κυανόλευκων» χρόνων. Για το ρόστερ και τον τρόπο που έπαιξε, δίχως να δειλιάσει μπροστά σε οποιαδήποτε απειλή.

Ο «γηραιός» δεν είναι άλλη μια ομάδα του ελληνικού μπασκετόκοσμου. Με δύο εθνικούς τίτλους (1928, 1935) και ιστορικές μορφές αποτελεί αδιαμφισβήτητα έναν ισχυρό κρίκο της αλυσίδας των «μεγάλων», κουμπώνοντας ιδανικά με το δίδυμο των άλλων της Θεσσαλονίκης, του Άρη και του ΠΑΟΚ.

Ο Αμπατζιόγλου υπέγραψε την ιδρυτική διακήρυξη της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, ο Νανές έπαιξε στο πρώτο παιχνίδι της Εθνικής και ο Μούμογλου (145 πόντοι στο 170-94 επί του ΒΑΟ) να έχουν συνδεθεί με τη δική του διαδρομή.

Ασχέτως αν από το 2011 ο Ηρακλής δεν ανήκει στην ελίτ και πασχίζει έκτοτε να επανέλθει σ’ αυτήν, τα… γραπτά μένουν, τ’ αρχεία δεν διαγράφονται.

Πόσο μάλλον όταν το σύνολο που συνέθεσε κομμάτι-κομμάτι ο Λευτέρης Σούμποτιτς το καλοκαίρι του 1994 υπήρξε η επιτομή μιας καλοκουρδισμένης μηχανής με στέρεες βάσεις και αγωνιστικές αρχές, που δουλεύοντας από την αρχή της χρονιάς με υψηλές στροφές και δεν άφησε το πόδι από το γκάζι, διεκδίκησε με τις πιθανότητές της καθέναν εκ των διαθέσιμων τίτλων.

Δεν κατέκτησε κάποιον απ’ αυτούς, μνημονεύεται παρ’ αυτά ως ο Ηρακλής που άξιζε πολλά περισσότερα απ’ όσα του όρισε η μοίρα να κερδίσει.

Ο Σούμποτιτς, με τις στιβαρές πλάτες του Κώστα Χαϊτογλου (του «βασιλιά» του χαλβά), την αρωγή της (τότε εύρωστης μετά πτωχευμενης) «Ασπίδας» και τις συμβουλές του Άτσα Νίκολιτς που είχε βρεθεί στην προετοιμασία, δεν είχε ανάγκη από έναν παίκτη στο στιλ του Ντέιβιντ Ίνγκραμ (σ.σ. Άκραμ) ή του Στιβ Μπαρτ.

Έναν παίκτη δηλαδή που θα σκοράρει για 3-4 και όλοι οι υπόλοιποι θα γυρίζουν γύρω του. Φρόντισε να φτιάξει ένα ρόστερ με παίκτες σε ώριμη μπασκετική ηλικία και ικανούς να λειτουργήσουν συμπληρωματικά ο ένας στον άλλον.

Ούτε τον Τζέιμς Ντόναλτσον χρειαζόταν, τον οποίο ο Ηρακλής δεν κράτησε για δεύτερη χρονιά. Χρειαζόταν όμως τον Γιούρι Ζντοβτς, ο οποίος ένα χρόνο πριν είχε έρθει ως πρωταθλητής Ευρώπης από τη Λιμόζ για να παίξει στο Ιβανώφειο.

Τόσο ισχυρό ήταν τότε το ελληνικό μπάσκετ που μια ομάδα της δεύτερης βαθμίδας ήταν ικανή να πληρώσει και προ πάντων να πείσει ένα μέλος της τελευταίας μεγάλης και ενωμένης Γιουγκοσλαβίας να έρθει στη Θεσσαλονίκη.

Ο Σλοβένος ήταν ένας υπερσύγχρονος υπολογιστής που λάμβανε δεδομένα και εκτελούσε με ακρίβεια κάθε εντολή. Το γεγονός πως δίπλα του τοποθετήθηκε μια «πολεμική μηχανή» έκανε τα πράγματα ακόμη καλύτερα.

Ο Γουόλτερ Μπέρι ήταν ο δεύτερος ξένος που είχε δικαίωμα ν’ αποκτήσει ο Ηρακλής και με δεδομένο ότι στο φινάλε της χρονιάς αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της κανονικής περιόδου με 29.1 πόντους ανά αγώνα σε κάνει να καταλαβαίνεις πως η ομάδα εκείνη αποκλείστηκε με 2-1 στα ημιτελικά του πρωταθλήματος και κόντραρε στα ίσα την Μπασκόνια (τότε Ταουγκρές) για την πρόκριση στον τελικό του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου (όπως λεγόταν το Κύπελλο Κυπελλούχων).

Δίπλα σ’ αυτούς τους δύο υπήρχε ως τρίτος πόλος ο Λευτέρης Κακιούσης κι μαζί τους οι Παπαχρόνης, Κουντουράκης, Χολώπουλος, Μωραΐτης, Αστεριάδης, Ταμπάκης, Κούβελας, Παναγιωτίδης και Γιαννουζάκος. Παίκτες που ήξεραν το ρόλο και τη δουλειά τους.

Η εν λόγω ομάδα άρχισε τη χρονιά στα τέλη Σεπτεμβρίου από το κύπελλο, αποκλείοντας τον Εθνικό (84-49), και συνέχισε μια αφρενάριστη πορεία.

Κυρίως στο πρωτάθλημα. Διότι ο «γηραιός» τελείωσε τη regular season με ρεκόρ 20-6, νικώντας εντός έδρας όλους τους βασικούς αντιπάλους τους. Τόσο τους πανίσχυρους Ολυμπιακό (70-66) και Παναθηναϊκό (83-70), όσο επίσης τον ΠΑΟΚ (68-56), τον Άρη (86-61), τον Πανιώνιο (70-69) και την ΑΕΚ (79-78 με 41 πόντους του Μπέρι και… χειρονομίες με αποβολή του Κατσικάρη).

Από ποια ομάδα ηττήθηκε στο Ιβανώφειο; Μονάχα από τον Σπόρτιγκ (που εκείνη τη χρονιά τερμάτισε στην 7η θέση), σ’ ένα απρόσμενο 87-82.

Εκτός έδρας έχασε σε ΣΕΦ, Γλυφάδα, Νέα Σμύρνη, στο Παλέ (από τον ΠΑΟΚ), αλλά και στο Μετς. Την προτελευταία αγωνιστική. Ήταν η ήττα που του κόστισε την 3η θέση στην κανονική περίοδο, αφού σε περίπτωση ισοβαθμίας είχε το αβαντάζ απέναντι στον «δικέφαλο του βορρά» για έναν πόντο.

Στα πλέι οφ ο Ηρακλής δεν έπαιξε στον πρώτο γύρο, διότι τότε συμμετείχαν 12 ομάδες στη διαδικασία, και συνάντησε στο δεύτερο τον Πανιώνιο. Του Τράβις Μέις και του Θερλ Μπέιλι.

Οι πρώτες δύο μάχες κρίθηκαν οριακά, αλλά στο τρίτο παιχνίδι που διεξήχθη στο Ιβανώφειο η ομάδα του Λευτέρη Σούμποτιτς κατόρθωσε να επικρατήσει 78-66 και να κλείσει θέση στο ραντεβού με τον Ολυμπιακό, ο οποίος είχε ήδη ξεπεράσει το εμπόδιο της ΑΕΚ με δύο νίκες.
Οι «κυανόλευκοι» προσπάθησαν να σταθούν ανταγωνιστικά, πήραν ξανά το παιχνίδι στο Ιβανώφειο (89-77), αλλά στο ΣΕΦ έκαναν τις χειρότερες εμφανίσεις της σεζόν (84-46, 81-47) και παρηγορήθηκαν με την 3η θέση, καθώς «γκρέμισαν» δύο φορές την έδρα του ΠΑΟΚ (86-77, 76-75) και με το συνολικό 3-1 βρέθηκαν από πάνω στην τελική κατάταξη.

Παράλληλα με την εξαιρετική πορεία στην Ελλάδα ο Ηρακλής είχε φροντίσει να επιβεβαιώσει πως η ευρωπαϊκή καταξίωση δεν ήταν πολυτέλεια.

Η αποστολή στους δύο προκριματικούς γύρους, απέναντι στην ουγγρική Μαρκ-Κέρμεντ και στη σλοβένικη Πολζέλα, ήταν διαδικαστικού χαρακτήρα για μια ομάδα που ήταν φτιαγμένη να φτάσει ψηλά.

Οι «κυανόλευκοι» πέτυχαν το 4/4, το τέταρτο ματς εκ των οποίων (94-64 την Πολζέλα) ο Μπέρι είχε 26 πόντους και 20 ριμπάουντ ξεπέρασαν τα δύο αυτά εμπόδια και εξασφάλισαν το εισιτήριο για τη φάση των 12, όταν οι καλύτερες της διοργάνωσης χωρίστηκαν δύο γκρουπ με στόχο τη δυάδα των ημιτελικών.

Ο «γηραιός» είχε να παίξει με τη γαλλική Αντίμπ του Ντέιβιντ Ρίβερς (προτού επιλεγεί για τον Ολυμπιακό), την κροατική Κροάσια (πάλαι ποτέ Γιουγκοπλάστικά), τη βελγική Μάες (άλλοτε αντίπαλο του Άρη), την ουκρανική πια Κιέβ και την ελβετική Μπελιντζόνα. Την ίδια στιγμή ο άλλος όμιλος είχε ταυτόχρονα Μπενετόν Τρεβίζο και Ταουγκρές, Φενέρμπαχτσε και Χάποελ Τελ
Αβίβ.
Ο Ηρακλής φρόντισε να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία και άρχισε με εννέα νίκες σε ισάριθμα παιχίδια, θέτοντας υποψηφιότητα για την πρωτιά και το πλεονέκτημα έδρας στο χιαστί.

Σ’ όλη αυτήν την πορεία ο Γουόλτερ Μπέρι ήταν ασυναγώνιστος τελειώνοντας με 28.4 πόντους ανά 37.4 λεπτά στο παρκέ (άλλες εποχές τότε), όντας ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης. Όπως επίσης πρώτος σε εύστοχα σουτ, με 11.1 ανά αγώνα, και τρίτος καλύτερος ριμπάουντερ με 10.8.

Προκειμένου βέβαια η ελληνική ομάδα να τερματίσει πρώτη στον όμιλο της όφειλε την 7η του Φλεβάρη (1995) να υπερασπιστεί το +3 (74-71) του πρώτου αγώνα επί της Αντίμπ.
Ήταν ένα παιχνίδι που είχε κριθεί με το τρίποντο του Λευτέρη Κακιούση στην εκπνοή. Ένα σουτ που επιτεύχθηκε από το κέντρο του γηπέδου.

Εκείνο το βράδυ οι Γάλλοι προσάρμοσαν την άμυνά τους πάνω στον Γουόλτερ Μπέρι, τον έστειλαν στη γραμμή περισσότερες φορές από τις επιθέσεις που τελείωσε, κόβοντάς του το ρυθμό, ο Ζντοβτς έκανε περισσότερα λάθη απ’ όσα συνήθως (6) και οι γηπεδούχοι με τον Ρίβερς να έχει 26 πόντους από 4/7 τρίποντα, και τους Οστρόφκι – Φουαρέ από 11, επιβλήθηκαν 88-78 αρπάζοντας την πρωτιά.

Απέναντι στην Τρεβίζο βέβαια δεν πέτυχαν την έκπληξη, μολονότι άρχισαν με διπλό στο πρώτο ματς επί ιταλικού εδάφους και είχαν διπλή ευκαιρία εντός έδρας.

Τουναντίον ο Ηρακλής πάλεψε για τον 13ο άθλο του απέναντι στην Ταουγκρές του Περάσοβιτς, του Ρίβας, του Λάσο (νυν προπονητή της Ρεάλ) και του Γκριν. Στο 79-78 της Θεσσαλονίκης ο Μπέρι είχε 34 πόντους με 15/20 δίποντα, 8 ριμπάουντ και ένα καθοριστικό κλέψιμο στον Γκριν, αποτρέποντας την επίθεση των φιλοξενούμενων. Έκτοτε ο «γηραιός» κυνηγούσε μία νίκη στα δύο παιχνίδια της Βιτόρια. Δεν τη βρήκε.

Αντιστάθηκε σθεναρά και άγγιξε δυο φορές το όνειρο της συμμετοχής στον τελικό της Κωνσταντινούπολης. Μολαταύτα ηττήθηκε 79-74 στο πρώτο παιχνίδι, με τον Νίκο Κούβελα να χάνει κάρφωμα ενώ ήταν μόνος κάτω από το καλάθι, και 70-66 στο δεύτερο παιχνίδι, πληγωμένος από τα φάουλ που χρεώθηκαν οι Παπαχρόνης και Μπέρι.

Οι γηπεδούχοι είχαν στοχεύσει τον Αμερικάνο παικταρά και τον έβγαλαν εκτός μάχης, επηρεάζοντας το μυαλό του, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο ματς με δυσάρεστες για τον Ηρακλή συνέπειες. Έπεσε πάντως μαχόμενος.

Μοναδική παραφωνία στη σεζόν ο αποκλεισμός στον προημιτελικό του κυπέλλου από τον Πανιώνιο με 75-65.

Ανεξαρτήτως κατάληξης πάντως ο Ηρακλής είχε κατορθώσει να υψώσει το ανάστημά του και ν’ απλώσει τα πόδια του πέρα από το στρώμα. Στην πιο παραγωγική χρονιά της ιστορίας του.

sport-retro.gr

Most Popular

To Top